Ωδή στο Παρόν

Τον τελευταίο καιρό, σαρώνουμε τον κόσμο μέσα από κλειστές πόρτες.

«Σερφάρουμε» σε γνωστούς ή ακόμη και άγνωστους ωκεανούς ονειροπολώντας για τα
καλύτερα που θα έρθουν. Κι εκείνη η κλισέ λέξη των ημερών μας, η γνωστή -πασίγνωστη –
«κανονικότητα» έχει αναχθεί πια σε πολυπόθητη επιθυμία. Ποτέ δεν περίμενα μία λέξη με
τόσο μίζερο ηχόχρωμα να μετατραπεί σε λαχτάρα ενός ολόκληρου κόσμου. Κι όμως, αυτή η
«κανονικότητα», που η βολικότητά της ηχεί τρομερά βαρετή και αδιάφορη και που κοσμεί
τον τελευταίο καιρό τον πολιτικό λόγο στα διάφορα τηλεοπτικά πάνελ, σήμερα είναι κάτι
περισσότερο από αναγκαία. Μετράμε, ήδη, έναν ολόκληρο χρόνο από τη στιγμή που
αρχίσαμε να στροβιλιζόμαστε γύρω από τις δίνες της πανδημίας, του κορονοιού. Πλέον,
λοιπόν, είναι περισσότερο φανερό ότι αυτά τα μικρά, τα δεδομένα στοιχεία της
καθημερινότητας μας, που μέχρι πριν από ένα χρόνο αγνοούσαμε, μας λείπουν. Κάποιες
στιγμές, η στέρηση αυτή είναι περισσότερο επώδυνη. Άλλες, λιγότερο… Σε κάθε περίπτωση,
ένα συναίσθημα επικρατεί: η νοσταλγία.

Ένα «6» στην περιοχή κοντά στο σπίτι σου αρκεί για να σε κάνει να νιώσεις ότι κάτι
απουσιάζει από τα φετινά Χριστούγεννα. Περιπλανόμαστε σε πόλεις, ωσάν χωρισμένοι(!),
που αντικείμενο του πόθου τους, δεν είναι άλλο από το ίδιο τους το παρελθόν. Βλέπουμε
λαμπάκια στα μπαλκόνια και θυμόμαστε εκείνες τις γιορτές, όταν, προ πενταετίας,
τριγυρίσαμε σε κάποιο κατάμεστο δρόμο και τελικά καταλήξαμε να ξεφαντώνουμε με την
παρέα μας, μέχρι το ξημέρωμα (και όσες ιστορίες μπορεί να συνεπάγεται αυτό το ξενύχτι).
Η κατάσταση μας, με απλά λόγια, είναι : «όλα σε θυμίζουν, απλά κι αγαπημένα», που λέει
και το τραγούδι. Κι εδώ έρχεται ο σοφός λαός, να απαντήσει στον στίχο της Χαρούλας και
σε εσένα, τον νοσταλγό, λέγοντας πως μόνο αφού χάνεις κάτι συνειδητοποιείς την αξία του.
Γιατί άραγε γυρίζουμε τις πλάτες μας στο «τώρα»; Ζούμε νοσταλγώντας το παρελθόν
και προετοιμάζοντας το μέλλον μας. Μας ξεφεύγει μονάχα ένα πράγμα: ότι το παρελθόν
δεν υπάρχει πια και ότι το μέλλον δεν έχει υπάρξει ακόμα. Το ταξίδι εκτυλίσσεται στο
σήμερα κι εμείς, οι θαλασσόλυκοι, που απουσιάζουμε από αυτό, φτάνουμε μετά από
χρόνια να λέμε ότι «ήταν ωραία τότε», χωρίς να έχουμε ζήσει το «τότε». Στην
πραγματικότητα, η όμορφη ιστορία που αφηγούμαστε είναι απλώς ενδεδυμένη με το
μανδύα της νοσταλγίας, που θαμπώνει όχι μόνο όσους την ακούν, αλλά και εμάς τους
ίδιους που τη διηγούμαστε.

Βλέπεις, τα παραμύθια που έχουμε μάθει να λέμε, για όσα πέρασαν και όσα θα
έρθουν, είναι η λύτρωσή μας για ένα αδιάφορο ή επίπονο παρόν. Πόσες φορές έχουμε
βάλει άνω τελεία στην ευτυχία, με την προοπτική ότι θα αποζημιωθούμε μελλοντικά; Κι
όμως, το τίμημα αυτής της αποζημίωσης δεν χρειάζεται να είναι επίπονο. Η ίδια η
ετυμολογία της λέξης το λέει, εξάλλου (τίμημα> τιμώμαι> παθητική φωνή του τιμώ). Κανείς
δεν μίλησε για πόνο. Να τιμάς την προσπάθεια, το παρόν, τη ζωή. Αυτό σημαίνει το τίμημα
και, γι’ αυτό, προϋποθέτει να αγαπήσεις το «ταξίδι» τη στιγμή που το ζεις. Δεν μένει,
λοιπόν, κάτι άλλο πέρα από το να σκεφτούμε:

Αν είναι το ταξίδι να μας κάνει δυστυχισμένους, τότε μήπως ξεκινήσαμε για να βρούμε την
λάθος Ιθάκη;

Κυριακή Κ.
Δεκέμβριος 2020

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s